Ομιλίες στη Βουλή




Δελτίο τύπου 19/05/2016

 

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ Β’ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΩΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΖΑΡΙΔΗ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

 

 

«Με ποια λόγια να περιγράψει κάποιος τα όσα υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου;

 

Πώς να περιγραφεί ο πόνος, η λύπη, η οδύνη κι ο σπαραγμός των όσων βίωσαν οι Έλληνες του Πόντου από το 1914 μέχρι το 1923;​

 

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αναφέρεται σε σφαγές, και εκτοπισμούς εναντίον Ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914 - 1923. Εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή σε πάνω από 353.000 Έλληνες. Οι λιγοστοί επιζώντες, κατέφυγαν αρχικά στον Άνω Πόντο (πρώην ΕΣΣΔ  σημερινή Ρωσία και Ουκρανία) και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, στην Ελλάδα. 

 

Τα γεγονότα αυτά αναγνωρίζονται επισήμως ως Γενοκτονία από την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αρμενία, τη Σουηδία, ορισμένες ομοσπονδιακές δημοκρατίες της Ρωσίας, τη Σερβία, πολλές πολιτείες των ΗΠΑ και την Αυστραλία. Ακόμα, αναγνωρίζονται νομικά από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών.

 

Πριν από τον όρο «Γενοκτονία» υπήρχε ο όρος «Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας». Η γενοκτονία ως νομικός όρος, διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Αυτός που προξενεί τη Γενοκτονία δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, εξοντώθηκαν επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί.

 

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου  θεωρείται τμήμα της ενιαίας Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Ανατολής, η οποία ήταν μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο.

 

Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον του Ελληνικού λαού. Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

 

Η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1994, και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο». Το 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 14ης Σεπτεμβρίου ως «ημέρα εθνικής μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

 

Όσοι μιλούν για εθνοκάθαρση, δημιουργούν σύγχυση με τις επικίνδυνες απόψεις τους για θέματα που έχει λύσει η διεθνής κοινότητα. Δεν μπορούν ελαφρά τη καρδία να αποπροσανατολίζουν για Εγκλήματα και θηριωδίες εναντίον των προγόνων μας, όταν υπάρχουν αποδεδειγμένα ντοκουμέντα και μαρτυρίες. Δίνουν έτσι άφεση αμαρτιών σε εγκληματίες.

 

Η διαδικασία εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου διακρίνεται ιστορικά σε τρεις συνεχόμενες φάσεις: Η Α’ φάση ξεκινά από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ως την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό στρατό (1914-1916). Η Β’ συνεχίζει από το 1916 και τελειώνει με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (1916-1918). Η τελευταία φάση ολοκληρώνεται με την εφαρμογή του Συμφώνου για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (1918-1923).

 

Το κύμα μαζικών διώξεων ξεκίνησε στον Πόντο με την μορφή εκτοπίσεων το 1915. Οι εκτοπίσεις συνεχίζονταν ακατάπαυστα και κατά την εποχή που τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα στις αρχές του 1916. Ιδιαίτερα με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τις κινήσεις των Ρώσων, μεγάλος αριθμός κατοίκων από τις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντος, εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Επίσης, σημειώθηκαν και αναγκαστικοί εξισλαμισμοί γυναικείων πληθυσμών.

 

Το 1915 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον Ποντιακό Ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Τη χρονιά εκείνη, και ενώ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν εμπλακεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Τούρκοι εκπόνησαν και έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. 

 

Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε η εξορία και στη συνέχεια η σφαγή των Αρμενίων, ενώ αρχίζουν οι πρώτες βιαιοπραγίες εναντίον του ποντιακού στοιχείου.

 

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του επίσκοπου Τραπεζούντας, ο αριθμός των θυμάτων αυτών των πολιτικών ανήλθε, για εκείνο το διάστημα, σε 100.000 περίπου. Δεν έπαψαν και οι διαμαρτυρίες από Αυστριακούς και Αμερικανούς διπλωμάτες κατά της οθωμανικής κυβέρνησης. 

 

Σε έγγραφο του Αυστριακού υπουργού Εξωτερικών προς το Βερολίνο αναφέρονται τα εξής:

 

«Η πολιτική των Τούρκων είναι μέσω μιας γενικευμένης καταδίωξης του ελληνικού στοιχείου, να εξοντώσει τους Έλληνες ως εχθρούς του Κράτους, όπως πριν τους Αρμένιους. Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών, δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, απ’ τις ακτές στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και τον θάνατο από πείνα. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζoμένων λεηλατούνται από τα τούρκικα τάγματα τιμωρίας ή καίγονται και καταστρέφονται. Όλα τα μέτρα τα οποία ευρίσκοντο εις ημερησίαν διάταξιν εις τους διωγμούς των Αρμενίων, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων».

 

Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισσού αναφέρει:

 

«Όπως επανειλημμένως ετόνισα, θεωρώ τον εκτοπισμόν των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας εν τω πλαισίω της εκτελέσεως του προγράμματος των Νεότουρκων, το οποίον επιδιώκει την εξασθένησιν του χριστιανικού στοιχείου ως μίαν καταστροφήν μεγίστης απηχήσεως, ήτις θα έχη εις την Ευρώπην ζωηρότερον αντίκτυπον από τας αγριότητας εναντίον των Αρμενίων».

 

Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ, σχέδιο εξόντωσης και του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε: «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης». 

 

Το Σχέδιο ξεκίνησε και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλυτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον ρωσικό στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας. Οι Πόντιοι πίστεψαν ότι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου θα έφερνε και οριστικό τέρμα στα δεινά τους, αλλά διαψεύσθησαν... 

 

Οι εκκλήσεις τους για να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος δεν εισακούστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πόντος ήταν πολύ απομακρυσμένος από τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπεράσπισή του από τις τουρκικές επιδρομές.  

 

Σε αντάλλαγμα ο Βενιζέλος πρότεινε να προχωρήσουν οι Πόντιοι στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τους Αρμένιους, και πράγματι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο πρόεδρος των Αρμενίων Αλέξανδρος Χατισιάν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 1920 συμφωνία για τη δημιουργία Ποντοαρμενικού κράτους. Όμως το Νοέμβριο του 1920, ο αρμενικός στρατός ηττήθηκε στο Ερζερούμ από τις δυνάμεις του Κεμάλ με αποτέλεσμα να συνθηκολογήσουν οι Αρμένιοι και να μείνουν οι Πόντιοι μόνοι τους. 

 

Ύστερα από την συνθηκολόγηση και της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού στρατού από την περιοχή, εντάθηκαν οι διώξεις.

 

Με την άφιξη του Κεμάλ Ατατούρκ, το Μάιο του 1919, και την έξαρση του κινήματός του, κορυφώθηκε η δράση άτακτων ομάδων (Τσετών) κατά των χριστιανικών πληθυσμών. 

 

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών συμβούλων του. 

 

Στις 29 Μαΐου ο Κεμάλ ανέθεσε στον περιβόητο τσέτη, Τοπάλ Οσμάν, την επιχείρηση για τη διενέργεια μαζικών επιχειρήσεων εξόντωσης του τοπικού πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές και οι εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής, κατοικημένα από ελληνικούς πληθυσμούς. Σχετικές αναφορές έχουν καταγραφεί από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, καθώς και από τον Αμερικανό πρέσβη Χένρυ Μοργκεντάου. 

 

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν σπεύσει να βρουν προστασία στις εκκλησίες της περιοχής. Συνολικά από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε, ενώ από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. 

 

Οι προύχοντες και οι προσωπικότητες του πνεύματος, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα λεγόμενα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια το Σεπτέμβριο του 1921. Παράλληλα, σημειώνονταν και εξαναγκαστικές αποσπάσεις νεαρών κοριτσιών και αγοριών από τις οικογένειές τους, τα οποία δίνονταν για τα χαρέμια των εύπορων Τούρκων. 

 

Έκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922, ο Κεμάλ έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού. 

 

Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, οι χωρικοί σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.  

 

Οι Τούρκοι εκτόπιζαν και εξόριζαν τους Έλληνες μέσα στην βαρύτερη κακοκαιρία, χωρίς να τους επιτρέψουν να παραλάβουν ούτε τρόφιμα, ούτε στρώματα ή είδη πρώτης ανάγκης. Τα κυβερνητικά όργανα που συνόδευαν τους εκτοπιζόμενους δεν επέτρεπαν στα θύματά τους να σταθμεύουν σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις χειμερινές συνθήκες. Ο σκοπός ήταν διπλός: πρώτα να μην μπορούν να στεγασθούν και έπειτα να μην μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα. Δεν επέτρεπαν για κανένα λόγο να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από την λόγχη των Τούρκων.

 

Σε διάφορα μέρη της χώρας ιδρύθηκαν λουτρώνες δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα που οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους, εξανάγκαζαν τους δυστυχείς για λόγους δήθεν υγιεινής να λουστούν. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματα των δυστυχών λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους εξανάγκαζαν να παρατάσσονται στο χιόνι και με θερμοκρασία κάτω του μηδενός και να περιμένουν επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν πριν από μία ώρα. Έπειτα άλλη μία ώρα περίμεναν το γιατρό για ιατρική επιθεώρηση. Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν άρρωστοι οι νεώτεροι και υγιέστεροι, οι οποίοι θανατώνονταν κατά την αποστολή στο νοσοκομείο»

 

Ο πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον, καταγράφοντας την καταστροφή της πόλης το 1922, τονίζει μεταξύ των άλλων πως:

 

«…δεν έλειπε τίποτε σχετικά με τη θηριωδία, την ακολασία, την σκληρότητα και όλη τη μανία του ανθρώπινου πάθους..».

 

Από την έκρηξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου (1914) ως την μικρασιατική καταστροφή (1922), οι Νεότουρκοι με τα σκληρά μέτρα που έλαβαν εναντίον των Ελλήνων του Πόντου με τη μέθοδο των εξοριών, βιασμών, σφαγών, εξανδραποδισμών και απαγχονισμών (κατά τον Πανάρετο Τοπαλίδη) εξόντωσαν:

 

• κατά την περίοδο 1914-1918 170.576Ποντίους

 

• κατά την περίοδο 1918-1922 119.122Ποντίους

 

δηλαδή συνολικά 289.698 Ποντίους ποσοστό δηλαδή 41,56% σε σύνολο 697.000 Ελλήνων κατοίκων. 

 

Κατά τον Γ. Βαλαβάνη οι απώλειες των Ποντίων σύμφωνα με τη Μαύρη Βίβλο του Κεντρικού Συμβουλίου των Ποντίων στην Αθήνα, ανέρχονται σε 303.238 ως το 1922, και 353.000 ως το Μάρτιο του 1924, ποσοστό που ξεπερνάει το 50% του ολικού πληθυσμού των Ελλήνων του Πόντου.

 

Στις 22 Νοεμβρίου 1921, Πλήθος Ελλήνων διανοουμένων εκδίδει ψήφισμα διαμαρτυρίας και το αποστέλλει σε διανοουμένους της Ευρώπης και της Αμερικής:  

 

«Mετά βαθυτάτης συγκινήσεως οι συγγραφείς και καλλιτέχναι της Ελλάδος απευθύνονται προς τους διανοουμένους του πεπολιτισμένου κόσμου όπως γνωστοποιήσουν εις αυτούς την τραγωδίαν χιλιάδων οικογενειών του ελληνικού Πόντου. Ξηρά, εξηκριβωμένα και αναμφισβήτητα τα γεγονότα είναι τα εξής:

 

Οι Τούρκοι εφόνευσαν όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλεως Mερζιφούντος, αφού την ελεηλάτησαν και την επυρπόλησαν. Τους προσπαθήσαντας να διασωθούν ετυφέκισαν και εθανάτωσαν καταλαβόντες τας διόδους.

 

Mετετόπισαν όλον τον άρρενα πληθυσμόν των πόλεων Τριπόλεως, Κερασούντος, Ορδούς, Οινόης, Αμισού και Πάφρας και καθ’ οδόν κατέσφαξαν τους πλείστους εξ αυτών.

 

Έκλεισαν εντός του ναού του χωρίου Έλεζλη εν Σουλού-Τερέ 535 Έλληνας και τους κατέσφαξαν διασωθέντων μόνον τεσσάρων. Πρώτους έσφαξαν 7 ιερείς διά πελέκεως προ της θύρας του ναού.

 

Απηγχόνισαν εν Αμασεία 168 προκρίτους Αμισού και Πάφρας. Πλείστα βρέφη εφόνευσαν, σφενδονίζοντες αυτά κατά των τοίχων. Εβίασαν όλας ανεξαιρέτως τας γυναίκας, τας παρθένους και τα παιδία των άνω πόλεων. Τας νέας και νέους έκλεισαν εις τα χαρέμια. 

 

Οι υπογεγραμμένοι θέτουσι τα ανωτέρω υπ’ όψιν των διανοουμένων της Ευρώπης και της Αμερικής θεωρούντες ότι όχι μόνον τα γεγονότα ταύτα αλλά και η ανοχή αυτών αποτελεί πένθος της ανθρωπότητος». Οι υπογράφοντες:

Άννινος X., Αυγέρης M., Bλαχογιάννης I., Bώκος Γερ., Γρυπάρης I., Δούζας Α., Δροσίνης Γ., Zάχος Α., Θεοδωροπούλου Αύρα, Θεοτόκης Κ., Iακωβίδης Γ., Καζαντζάκης N., Καζαντζάκη Γαλ., Καμπάνης Αρ., Καμπούρογλους Δ., Καρολίδης Π., Κόκκινος Δ., Κορομηλάς Γ., Mαλακάσης M., Mαλέας Κ., Mένανδρος Σ., Nικολούδης Θ., Nιρβάνας Π., Ξενόπουλος Γρ., Παλαμάς Κ., Παπαντωνίου Z., Παράσχος Κ., Πασαγιάννης Κ., Πολίτης Φ., Πωπ Γ., Σικελιανός Άγγ., Σκίπης Σ., Στρατήγης Γ., Ταγκόπουλος Δ., Τσοκόπουλος Γ., Φιλλύρας Ρ., Xατζιδάκις Γ., Xατζόπουλος Δ., Xορν Π.

 

Tραγική ήταν και η τύχη των σταυροπηγιακών μονών του Πόντου. Aπό το καταστροφικό μίσος των Nεοτούρκων και τον τυφλό ισλαμικό φανατισμό δεν γλίτωσαν ούτε τα μοναστήρια τα οποία επί αιώνες είχαν σεβαστεί οι σουλτάνοι και οι κατά τόπους ντερεμπέηδες και πασάδες, παραχωρώντας, κατά διαστήματα, σε πολλά από αυτά υλικά αλλά και θρησκευτικά προνόμια.

 

Οι μονές που ανέκαθεν υπήρξαν άσυλο των καταδιωγμένων χριστιανών υφίστανται απερίγραπτες επιθέσεις εκ μέρους των Τούρκων τσετέδων, οι οποίοι όχι μόνο τις λεηλατούν και τις καταστρέφουν αλλά προβαίνουν, μέσα στους ιερούς χώρους, σε κτηνωδίες και απάνθρωπες βιαιοπραγίες, τις οποίες καταγράφει λεπτομερώς, με αίσθημα οδύνης, ο ηγούμενος της ιεράς μονής Bαζελώνος Πανάρετος. 

 

«Δεινή υπήρξεν η τύχη της Σταυροπηγιακής μονής Σουμελά. Tη 19η Aπριλίου 1916 οι πατέρες της ιεράς ταύτης μονής λεηλατηθέντες και απειληθέντες επανειλημμένως διά θανάτου εκ μέρους των Tούρκων εγκατέλιπον νύκτωρ την Mονήν». 

 

«Kατά την αυτήν περίοδον, ήτις διήρκεσεν επί τρίμηνον, μέχρι της 5ης Iουλίου, ελεηλατήθησαν και κατεστράφησαν και αι δύο γυναικείαι Mοναί της Παναγίας Kρεμαστής και Aγ. Iωάννου Kουσπιδή. Tης πρώτης αι μοναχαί περιεπλανήθησαν ανά τα δάση μετά των κατοίκων των πέριξ χωρίων και είτα κατέφυγον εις την περιφέρειαν Aρδάσης, της δε δευτέρας μη προφθάσασαι να διαφύγουν, εσφαγιάσθησαν από τους Tούρκους».

 

«Tραγικήν όντως περιπέτειαν υπέστη η Σταυροπηγιακή Mονή Bαζελώνος. Tη 22 Aπριλίου 1916, ο Tούρκος ταγματάρχης του σταθμού "Kαλογέρ-χανί", κειμένου απέναντι και εις ωριαίαν απόστασιν από της εν λόγω Mονής, περιέζωσε ταύτην δι’ αποσπάσματος  χωροφυλάκων και στρατιωτών. Διατάξας τους ενοίκους, όπως εντός τεσσάρων ωρών εγκαταλείψωσι την Mονήν, την επομένην πρωίαν στίφη Tούρκων στρατιωτών, συμμοριτών και χωρικών, επιδραμόντα ήρξαντο να λεηλατώσι την μονήν. Το αρχειοφυλάκιον απετεφρώθη μεθ’ όλων των εν αυτώ κειμηλίων: Xρυσοβούλων, κωδίκων, χειρογράφων, ευαγγελίων και λοιπών βιβλίων· ο ναός εσυλήθη· αι βιβλιοθήκαι διηρπάγησαν και τέλος το παν εν τη Mονή κατεστράφη. Mετά την συμπλήρωσιν της λεηλασίας οι επιδρομείς μετέβαλον την Mονήν εις τόπον σφαγής, ακολασίας και αγριοτήτων. Συλλαμβάνοντες εις τα δάση Έλληνας, ωδήγουν εις την Mονήν γυναίκας και παρθένους, τας οποίας βιάζοντες κτηνωδώς πρότερον απεκεφάλιζον έπειτα· προς τούτοις και πολλούς άνδρας εφόνευσαν».

 

«Φρίττει ο νους του ανθρώπου», έγραψεν ο μητροπολίτης Pοδοπόλεως Kύριλλος, δια τας διαπραχθείσας φρικαλεότητας και τον αριθμόν των θυμάτων. ανερχομένων εις 1.487 ψυχάς, αίτινες εύρον οικτρόν θάνατον εν τοις όρεσι, τοις σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης, όπου εκρύβησαν ίνα αποφύγωσι την δολοφόνον μάχαιραν των σφαγέων».

 

Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων  το 1915, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ, είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. 

 

Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!

 

Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού- γρήγορα όμως κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

 

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα ξεπερνούσαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

 

Παράλληλα, ασχολούμενοι με την αγροτική παραγωγή και την κτηνοτροφία στον πρωτογενή τομέα, ήσαν πρωτοπόροι για την εποχή τους σε «βιολογικές καλλιέργειες» όπως τις ονομάζουμε σήμερα.

 

Σήμερα, δεν τιμούμε απλά ανώνυμους Έλληνες. Τιμούμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, τους ονομαστούς προγόνους μας που «φύλαξαν Θερμοπύλες» για αιώνες, αλλά δεν άντεξαν τις θηριωδίες του Κεμάλ και των Νεοτούρκων.

 

Ζήτω ο Ποντιακός Ελληνισμός!».. 

 

Ο Γιώργος Λαζαρίδης κατάγεται από οικογένεια, Ποντιακής καταγωγής, με μεγάλη κοινωνική αλλά και πολιτική δράση. Ο πατέρας του, ο αείμνηστος Γιάννης Λαζαρίδης, ήταν πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης και μάλιστα επί προεδρίας του υλοποιήθηκε το μνημείο των Προμάχων του Ελληνισμού στον Πόντο, το 1979 στην πλατεία Αγ. Σοφίας στην Θεσ/νίκη. Δημιούργησε τον πανέμορφο οικισμό του «Νόμου 751» στο Πανόραμα ως πρόεδρος του Ν.751. Εκδότης των εφημερίδων «ΝΕΑ ΠΝΟΗ» και «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» τις οποίες έκλεισε η Απριλιανή δικτατορία. Έλαβε τιμητική διάκριση από την Ένωση Ελλήνων Ποντίων Προσφύγων εκ Ρωσίας, για την αναγνώριση της προσφυγικής των ιδιότητας χάρη στις προσπάθειες του. Αναγνωρίσθηκε και διακρίθηκε ως αγωνιστής της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ 1941-1944. Είχε επίσης  σπουδαία φιλανθρωπική προσφορά την οποία συνεχίζουν και τα τέκνα του Γιώργος και  Σάββας Λαζαρίδης.

 

 

 

 




Όροι Χρήσης Δικτυακού Τόπου

All Rights Reserved © 2012 - ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

powered by MediaSystems Platform